Η κυρία ζηλιάρα

Πρέπει να πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια από την τελευταία φορά που βίωσα τόσες ανασφάλειες μαζεμένες σε έναν μήνα. 

Δεν μπορώ να πω ότι ηρέμησα εντελώς. Έπαψα να κλαίω, να φωνάζω, να θολώνω… αλλά μέσα μου τα νιώθω όλα αυτά που δεν βγάζω παραέξω. Είτε γιατί είναι παράλογα, τοξικά, ή άσχημα για τους τριγύρω μου. 

Βέβαια, είναι άσχημα και για εμένα—ζούνε μέσα μου άρα δεν μπορώ να μην τα ακούω. Τουλάχιστον όχι ακόμα. 

Στις αρχές υπήρχαν μέρες που ακόμα και πίσω από τη συγκέντρωση στην δουλειά υπήρχε στρατηγική: κλείσε τις ειδοποιήσεις, βάλε το κινητό στην άλλη άκρη του δωματίου και όποτε πας να σκεφτείς το οτιδήποτε, φάε. Μέσα σε δύο εβδομάδες είχα καταβροχθίσει μισό κιλό κρακεράκια, δύο μπάρες σοκολάτας (σκέψου τις κλασικές Lacta), ένα τιραμισού και πέντε κρουασάν. 

Όλα αυτά για να μην ταξιδεύει το μυαλό μου σε μέρη που θα μου δημιουργούσαν ταχυπαλμίες, ασφυξία και τρέμουλα. Που είναι; Τι κάνει; Γιατί δεν μιλάει; Γιατί μιλάει πολύ; Κάτι δεν μου λέει. Μάλλον γιατί κάνω σαν παλαβή για το παραμικρό. Μάλλον γιατί υπερβάλω. Γιατί πρέπει να υπερβάλω τόσο; 

Στο σπίτι ήταν αλλιώς. Ήμουν πιο άνετη και πιο αποτελεσματική στην καταπολέμηση της αδιανόητης ζήλιας. Είναι πολύ πιο αποδεκτό να πιεις μια μπυρίτσα για να χαλαρώσεις στο μπαλκόνι σου παρά να κοιτάξεις πως θα κρυφτείς από τους συναδέλφους σου. 

Κατάλαβα ότι κάτι πάει πολύ λάθος όταν από την χαλαρή μπύρα το γύρισα σε ουίσκι. Το οποίο είχα να το αγγίξω από το ‘22. 

Ήρθε μια καλή στιγμή από όλο αυτό, ίσως και μόνο για εκείνη την στιγμή ήταν αναγκαίο. Οι ερωτήσεις που στροβιλίζονταν στο κεφάλι μου άρχισαν να αλλάζουν. Σαν υποσυνείδητα να προσπαθούσα να μου δείξω κάποια λύση. Γιατί ζηλεύω τόσο; Γιατί τρελαίνομαι ξανά μετά από τόσα χρόνια; Γιατί δεν μπορώ να κάνω άλλα πράγματα από το να σκέφτομαι; 

Ίσως και το σημαντικότερο ερώτημα απ’ όλα: γιατί δεν ασχολούμαι με τον εαυτό μου; 

Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ήρθε μια εικόνα στο μυαλό μου από την τελευταία φορά που βρέθηκα να με καταπίνει η ζήλια. Είδα εμένα, με κόκκινα μάτια και μύτη μπουκωμένη, σε ένα σπίτι με βουνά από σκουπίδια και χαρτομάντιλα, με ένα μπουκάλι σαν αυτό που είχα μπροστά μου σε μια αγκαλιά παρηγοριάς.

Τρομακτικό, θα έλεγε κανείς. Θα έλεγε κανείς ότι πρέπει να αλλάξω σκέψη, λες και ο εγκέφαλος του καθενός έρχεται με τηλεκοντρόλ σαν τηλεόραση και μπορείς να κάνεις ζάπινγκ όποτε γουστάρεις. Καλύτερα που δεν άλλαξα κανάλι—η συνέχεια ήταν η ουσία. 

Κοίταξα τριγύρω μου για αρκετή ώρα, σηκώθηκα, και άρχισα να μαζεύω ένα-ένα τα σκόρπια σκουπίδια. Πρώτα τα χαρτομάντιλα, μετά τα περιτυλίγματα από σαβούρες σούπερ μάρκετ, και λίγα λίγα τα πιάτα και τα ποτήρια. 

Ξύπνησα την επόμενη μέρα και κάτι μέσα μου είχε αλλάξει. Ήθελα να δω εμένα. Είχα μια ανάγκη να μην μιλήσω σε άνθρωπο, να μην σκεφτώ άλλον άνθρωπο, να σκεφτώ τι λείπει από εμένα. Γιατί εδώ και έναν μήνα, δεν με εκτιμούσα—έτσι κατάλαβα εγώ εκείνη την στιγμή, μπορεί να μην ισχύει αυτό. 

Έτσι βρεθήκαμε κι εδώ για να σου τα πω. Κάπως έπρεπε πρώτα να δω εγώ ότι αξίζω να χαίρομαι, ότι δεν χρειάζεται να κρέμομαι ή να τρελαίνομαι για κανέναν. Δυσκολεύομαι ακόμα, εννοείται. Βοηθάει που έχω εσένα όμως, και βοηθάει που προσπαθώ. Δεν έχω το μαγικό τηλεκοντρόλ των σκέψεων αλλά κοιτάω να θυμάμαι καλές στιγμές όποτε χρειάζομαι, όπου με αγάπησα πάρα πολύ.

Για πες, είδες καθόλου τι θα πιούμε; 

Leave a comment