Τα περισσότερα κορίτσια κάπου στην αρχή της εφηβείας μεταμορφωνόμαστε ξαφνικά σε μικρά fashion victims. Παθαίνουμε τον πρώτο μας έρωτα με γνωστά brands και δεν κοιτάμε πλέον τι αρέσει σ’ εμάς, αλλά τι αρέσει. Τι είναι trendy, πως ντύνονται τα «μεγάλα παιδιά»; Αυτό που παθαίναμε βλέποντας διαφημίσεις για τα καινούργια gadget της Barbie και τα πολύχρωμα παπουτσάκια Lelly Kelly, που βλέπαμε κάτι και λέγαμε «ΑΥΤΟ ΑΥΤΟ ΘΕΛΩ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΑΜΑ!!», αλλάζει και γίνεται «ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΙΝΑΙ ENA ΦΟΥΤΕΡ ABERCROMBIE!!».
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που μπήκα σε μαγαζί Abercrombie & Fitch. Ήμουν κοντά 12 χρονών, είχα χιλιοπαρακαλέσει τους γονείς μου να με πάνε να πάρω ρούχα συγκεκριμένα από εκεί για το σχολείο, και περιμέναμε σίγουρα ένα εικοσάλεπτο στην ουρά για να μπούμε. Πήρα δυο ζακέτες εκείνη τη μέρα, μια σε χρώμα σκούρο μπλε και μια κόκκινη, που συνολικά πρέπει να κόστισαν γύρω στα 100 ευρώ και κάτι. Μπορώ να πω ότι τα έβγαλαν τα λεφτά τους: ήταν ζεστές, καλοφτιαγμένες και τις φορούσα συνέχεια μέχρι να μην μου κάνουν πια. Για μένα τότε, ο σκοπός ήταν πάντα μόνο ένας: να ντυθώ κι εγώ όπως τα κουλ παιδιά της τάξης.
Όσο μεγαλώνουμε, πιστεύουμε ότι «δεν κάνουμε πια τέτοια». Μαθαίνουμε τι εστί μισθός και βάζουμε προτεραιότητες, λέμε ότι δεν μας αγγίζουν οι διαφημίσεις το ίδιο όταν ενηλικιωνόμαστε… όπως η ζήλια! Η ζήλια είναι παιδικό συναίσθημα. Ο άνθρωπος που έχει πια ωριμάσει δεν ζηλεύει, ντροπή! Μπορεί όπου κι αν γυρίσουμε το κεφάλι μας να βλέπουμε φανταχτερές διαφημιστικές καμπάνιες και κάθε κενό λεπτό της μέρας να το γεμίζουμε με scrolling, αλλά είμαστε καλύτεροι από αυτούς που τα αγοράζουν όλα. Εμείς σκεφτόμαστε πριν αγοράσουμε.
Για τους ανθρώπους που πραγματικά το πιστεύουν αυτό, σας παρουσιάζω το δικό μου δίλλημα: πως διαχωρίζουμε αυτό που μας αρέσει στο κομμάτι της μόδας από αυτό που αρέσει;
Το screenshot για μετά
Αναρωτιέμαι όλο και πιο πολύ τα τελευταία χρόνια τι σημαίνει «μου αρέσει» και πως φτάνω να λέω «το θέλω». Στα ρούχα έχω πειραματιστεί πολύ και με βοήθησε που αφοσιώθηκα στο να βρίσκω second hand κομμάτια, εκεί που προβληματίζομαι είναι στα παπούτσια και τις τσάντες. Νομίζω όλοι έχουμε ένα screenshot wish list στο κινητό από πράγματα που έχουμε δει online αλλά κοστίζουν όσο το σπίτι μας. Τα κρατάμε σαν έμπνευση για τα look μας και σαν κρυφή ευχή — «αν κάποια μέρα βγάλω τρελά λεφτά». Έχω screenshot από δύο τσάντες μέσα σε αυτό το άπιαστο wish list: την Loewe Puzzle, και 3 διαφορετικές εκδοχές της Hermés Birkin. Η must-have τσάντα των ελίτ, που συνέχεια ανεβαίνει σε κόστος στο second hand market, βρέθηκε στο camera roll μου και έφερε μαζί της το ερώτημα «μου αρέσει και την θέλω, ή αρέσει και την θέλω;»
Μια φίλη που την ρώτησα την ειλικρινή της γνώμη για την θρυλική τσάντα μου είπε: «Αφού σ’ αρέσει κάτι θα της βρίσκεις, εμένα δεν μου αρέσει να φοράω αυτά που φοράνε όλες.»… δεν μου αρέσει να φοράω αυτά που φοράνε όλες… μου φάνηκε περίεργο αυτό σαν σκέψη.
Ποια η διαφορά μεταξύ του να παίρνεις κάτι γιατί το είδες να το φοράει κάποιος άλλος, και να μην παίρνεις κάτι για τον ίδιο λόγο; Πάλι βασίζεσαι σε μια επιλογή άλλου. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι η απάντηση που έψαχνα μάλλον δεν βρισκόταν στη γνώμη του κοινού, αλλά στο πως εκλαμβάνω εγώ η ίδια την μόδα και την αξία μιας Birkin για εμένα.
Η Birkin ως χρηματική επένδυση
Στο ρούχο, έχω περάσει το στάδιο πειραματισμού και ξέροντας τι ταιριάζει στο σώμα μου, επικεντρώνομαι στο κομμάτι του «τι έχει αυτό το ρούχο που δεν έχουν τα άλλα στη ντουλάπα μου». Είναι εύκολο να βρεις έναν μπούσουλα όταν ξέρεις τι ζητάς πρακτικά — πρέπει να φορέσεις το αταίριαστο για να βρεις το ταιριαστό. Χωρίς να σου μιλάνε πωλητές, χωρίς να νιώθεις πίεση. Το αμέσως επόμενο που μπορείς να κάνεις είναι να δεις unboxings, reviews και try-ons οπουδήποτε στα social.
Εύκολο, ειδικά για την Birkin που απ’ ότι φαίνεται με το που την αγοράζει κάποιος νιώθει την ανάγκη να το μοιραστεί με το ευρύ κοινό. Μου φαίνεται πολύ κωμικό όταν βλέπω influencers να μιλάνε για τις Birkin τους και να διηγούνται μια προσωπική ιστορία, σαν να προσπαθούν να δικαιολογήσουν την όλη ύπαρξη της τσάντας. Θυμίζει πολύ πως προσπαθούσα εγώ να πείσω τους γονείς μου ότι το iPod Touch δεν το θέλω μόνο γιατί το έχουν τα άλλα παιδάκια. Η μόνη διαφορά είναι όταν εγώ πήρα το iPod Touch μου, το χρησιμοποίησα κάθε μέρα και δεν το άφηνα σε ησυχία. Δεν καταλαβαίνω καθόλου το σκεπτικό «το πήρα για να το κοιτάω», «το πήρα ως επένδυση», όταν μιλάμε για κάτι που σχεδιάστηκε για καθημερινή χρήση.
Το θεωρώ τραγικό ότι μια τσάντα η οποία δημιουργήθηκε με μούσα μια Γαλλίδα ακτιβίστρια έγινε σύμβολο πλούτου και ελιτισμού. Μια τσάντα που κυριολεκτικά φτιάχτηκε για να χωράει «όλη σου τη ζωή» μέσα, την νταντεύει κόσμος ώστε να μπορεί μελλοντικά να την μεταπουλήσει. Οικονομικά σίγουρα υπάρχει καλός λόγος να το κάνεις, εμένα θα με βασάνιζε όλο αυτό και δεν το στηρίζω. Μια τσάντα που την ονειρευόμουν τόσα χρόνια, μου την δώρισαν ή την αγόρασα σε μια σημαντική στιγμή της ζωής μου, να φοβάμαι να την βγάλω έξω; Να μην της βγάζω τα αυτοκόλλητα από τα μεταλλικά στοιχεία γιατί θα χάσει την αξία της; Μου φαίνεται μίζερο.
Αν κάποια στιγμή έπαιρνα μια Birkin, θα ήθελα να την χαρώ εξ’ ολοκλήρου.
Η Birkin σαν καθημερινή τσάντα
Ήδη κουβαλάω μια τεράστια δερμάτινη tote από το 2019, να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς; Δεν βολεύει. Είναι βαριά, ακόμα και ένα πορτοφόλι να της βάλεις μέσα μόνο έχει βαρύνει πολύ. Αυτό ποτέ δεν με έχει σταματήσει, πολύ απλά γιατί λατρεύω το look της μεγάλης δερμάτινης τσάντας. Άρχισα να οραματίζομαι πως θα ήταν μια μέρα να άλλαζα την μεγάλη Fossil δερμάτινη που έχω αγαπήσει με μια Birkin…
Σίγουρα αισθητικά θα ήταν μια αναβάθμιση. Μου αρέσει πολύ όλο αυτό που έχουν κάνει με το turnlock και το λουκέτο/κλειδί/clochette, αλλά σε αναγκάζει αν θέλεις να έχεις εύκολη πρόσβαση στα πράγματα σου να την κρατάς ανοιχτή. Επίσης απ’ ότι καταλαβαίνω είναι αρκετά πιο βαριά από την συνηθισμένη δερμάτινη τσάντα, πράγμα λογικό όταν συνυπολογίσουμε και τα hardware.
Το μοντέλο που μου έχει κλέψει την καρδιά από τότε που το πρωτοείδα είναι η Birkin En Desordre. Σε αντίθεση με το κλασικό μοντέλο, είναι αρκετά πιο πρακτική στο κομμάτι άνοιξε-κλείσε και μοιάζει σαν να πήρες την original και να την «ανακάτεψες» λίγο. Το άλλο μοντέλο που αγαπώ είναι η Birkin Cargo. Ναι, είναι ακριβώς όπως ακούγεται: έχει πολλές τσέπες και είναι φτιαγμένη από δέρμα και toile, άρα πιο ελαφριά και ευκολοφόρετη. Κατά τ΄άλλα έχει όλα τα χαρακτηριστικά του κλασικού μοντέλου.
Αυτές οι δύο συγκεκριμένα πιστεύω ταιριάζουν τέλεια στην γενικότερη αισθητική μου και θα αναβάθμιζαν το καθημερινό μου look. Αντικειμενικά, δεν θα τις αποκτήσω ποτέ γιατί είναι δύο από τα πιο ακριβά Hermes μοντέλα που υπάρχουν και δεν είμαι nepo baby. Μια κλασική Birkin όμως, ίσως μια μέρα, είναι πιο προσβάσιμη και εξίσου chic.
Τελικά όμως, θέλω;
Βλέπω την Birkin με τον ίδιο τρόπο που βλέπω την δερμάτινη Fossil που έχω λιώσει τα τελευταία 6 χρόνια. Εκείνη την είχα βρει στις χρυσές εποχές του Vestiaire Collective πριν ανέβουν όλες οι τιμές στον Θεό μαζί με τα μεταφορικά, την αγόρασα για 70 ευρώ. Την έχω πάρει μαζί μου σε κάθε ταξίδι, σε κάθε δουλειά, μου είναι ανεκτίμητη. Πριν την Birkin, δεν είχα ξανασχοληθεί με άλλη tote ή work bag πέρα από την Fossil μου.
Το γεγονός αυτό με κάνει να καταλαβαίνω πως όντως την θέλω. Δεν είναι το hype, δεν είναι πόσο την έχουν φορέσει ή ποιοι την έχουν φορέσει, ούτε είναι το prestige. Καμιά φορά «το θέλω» είναι ένα συναίσθημα οικειότητας: φοράς κάτι και είναι σαν να φτιάχτηκε για σένα, δοκιμάζεις ένα ζευγάρι γόβες και νιώθεις μια ανάγκη να χορέψεις, πολλές φορές αυτά που πραγματικά θέλουμε μας αρέσουν γιατί μοιάζουν με κάτι που ήδη έχουμε αγαπήσει.
Αυτό το συναίσθημα δεν εμφανίζεται πάντα με τη μια. Το «μου αρέσει» δεν αναπτύσσεται πάντα σε «το θέλω», εγώ έχω μάθει για τον εαυτό μου πως με τον ενθουσιασμό τα μπερδεύω εύκολα. Έτσι έχω καταλήξει να αγοράζω παπούτσια που μου είναι μικρά και με χτυπάνε, ή ρούχα που μου κάθονται περίεργα. Τελικά μάλλον αυτή είναι η απάντηση: αποθήκευσε το, σκέψου το, βρες αυτό το οικείο συναίσθημα, και έτσι κανείς δεν θα σου πουλήσει αυτό που αρέσει. Έτσι, θα βρεις αυτό που σου αρέσει.
Leave a comment