Τι δεν θα έδινα για ένα πραγματικό νερωμένο Freddoccino

Ο αέρας μυρίζει πάλι καλοκαίρι. Ακόμα και στην Αθήνα… είναι σαν να αλλάζει κάτι στην ατμόσφαιρα. Ίσως το τσιμέντο που ζεσταίνεται βγάζει κάποια τοξίνη που αλλάζει τη μυρωδιά του καυσαερίου και την κάνει να θυμίζει αμμουδιά. Ή μάλλον αλλάζουν οι γυναίκες το άρωμα τους και αφήνουν πίσω τους νέφη από φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα και αντηλιακό. Οι κατακόκκινοι τουρίστες με τα τζόκεϊ και τα δερμάτινα σανδάλια (αγορασμένα από τη Πλάκα στην χαμηλότατη τιμή των 60 ευρώ) συμπληρώνουν την εικόνα σαν ξεβρασμένες γαρίδες, ενώ οι ντόπιοι δουλεύουν για να παραμείνουν εκείνες ζωντανές και ευτυχισμένες.

Δεν έπινα ποτέ κρύο καφέ μέχρι πριν από μια βδομάδα που δοκίμασα μια καινούργια κάψουλα με άρωμα καραμέλα στην καφετιέρα μου. Το μακρόστενο κουτάκι μου το πρότεινε — μπορώ να πω πως με λίγη φαντασία (μέτρια ζάχαρη και λίγο γάλα), το αποτέλεσμα μοιάζει με Freddoccino. Νερωμένο βέβαια, χωρίς θρυμματισμένο πάγο. Σαν το παρατημένο Freddoccino που το περίμενες κανένα δεκάλεπτο, αποφάσισες πως μέχρι να έρθει προλαβαίνεις να κάνεις μια βουτιά να δροσιστείς, και τελικά όταν βγήκες απ’ τη θάλασσα σε περίμενε με παράπονο. «Με ξέχασες και να, κοίτα πως έγινα απ’ τη ζέστη…»

Τώρα προνοούμε, παίρνουμε ψυγειάκια και καρέκλες. Όλο και κάποιος θα φέρει και μια ομπρέλα θαλάσσης (ή απλά μια μεγάλη ομπρέλα) και γίναμε. Η επίσκεψη στη παραλία είναι επίσκεψη. Είναι «βρισκόμαστε στις 8:00 για να φτάσουμε στις 9:00, μέχρι τις 9:15 να έχουμε στήσει τα πάντα ώστε να προλάβουμε τον πολύ κόσμο και να κάνουμε καμία ωραία βουτιά.» Αν είσαι πιο οργανωτικός τύπος θα έχεις μαζί σου και κανένα σαντουιτσάκι απ’ το σπίτι, ή φρουτάκι για να σου κόψει τη πείνα αργότερα. Οι ώρες σου μακριά από την πόλη είναι μετρημένες, πρέπει να τις απολαύσεις στο ύψιστο. Χωρίς καμία απολύτως έγνοια.

Επιτέλους κάνεις τη πρώτη βουτιά. Το πρώτο μπάνιο. Μπορεί το νερό να μην είναι πάντα κρύσταλλο αλλά η αίσθηση είναι ίδια σε όποια παραλία και αν βουτήξεις. Δροσιά, παράδεισος. Με τα μάτια κλειστά βυθίζεσαι στο αλατόνερο και είναι σαν να μην σε αγγίζει τίποτα. Σαν να ταξιδεύεις μακριά απ’ όλα μέσα σε μια φούσκα. Σιγά σιγά, βγάζεις το κεφάλι σου απ’ το νερό και όλα φαίνονται πιο μαγικά. Ο ήλιος σου χαμογελάει όσο ξεροψήνει την αποκοιμισμένη κυρία τρεις ψάθες παραδίπλα, δυο λαδωμένα αγοράκια παίζουν ρακέτες (ή προσπαθούν τουλάχιστον), ένα παιδάκι κάνει βόλτες γύρω-γύρω με τα μπρατσάκια του και ο μπαμπάς του του φέρνει κοχυλάκια μέσα απ’ τη θάλασσα…

Είναι μια όαση.

Όταν ήμουν μικρή είχα μια φανταστική ροζ πετσέτα που είχε πριγκίπισσες επάνω. Έβγαινα από τη θάλασσα, τυλιγόμουν καλά με τη πετσέτα μου, καθόμουν κάτω στην άμμο και έφτιαχνα λάκους. Αν ήμασταν στις μπροστινές ξαπλώστρες έσκαβα μικρό ρυάκι που έφτανε μέχρι την ακτή. Πάντως, όσο κι αν μου αρέσει η θάλασσα δεν έγινα ποτέ καλή κολυμβήτρια. Είμαι φοβιτσιάρα — δεν πάω πολύ-πολύ βαθιά, θέλω έστω η μύτη του μεγάλου δαχτύλου του ποδιού μου να χαϊδεύει την άμμο κάτω.

Ακόμα και αυτό είναι πολύ ρηχά για τους περισσότερους. Είμαι πετίτ.

Δεν είχα δικιά μου πετσέτα θαλάσσης για κάποια χρόνια. Μετά τα 18 δεν ήταν προτεραιότητα και δεν πήρα μια καινούργια να έχω. Κάποια στιγμή όμως πήρα δυο μαγιό και μου δώσανε μια δώρο με την αγορά μου. Είναι λίγο λεπτή και κακόγουστη, με κάτι τροπικά λουλούδια κι ένα λογότυπο κάτω αριστερά, αλλά κάνει τη δουλίτσα της. Δεν είναι τόσο για να τυλιχτείς, είναι πιο πολύ για να σκουπιστείς στα γρήγορα και μετά να ξαπλώσεις πάνω της. Κάθε χρόνο ξεχνάω να ασχοληθώ να βρω μια καινούργια, όπως ξεχνάω να πάρω καλοκαιρινά παπούτσια για να φοράω με φορέματα.

Το καλοκαίρι έρχεται και φεύγει στην Αθήνα πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Τη παραλία συνήθως την ζεις μέσα απ’ τους ανθρώπους με τα καυτά σορτσάκια και τα παρεό που σου ζητούν οδηγίες για το κοντινότερο αξιοθέατο.

Η ζωή του τουρίστα στην Ελλάδα είναι το ακριβώς αντίθετο από τη ζωή του μέσου Έλληνα. Τα πρωινά μπαίνουν στο μετρό μόνο αν είναι η μέρα για ψώνια και μουσεία, αλλιώς πηγαίνουν κεφάτοι στις άπιαστες (πλέον) καθαρές παραλίες για ηλιοθεραπεία και family bonding. Οι κοριτσοπαρέες περνάνε τα απογεύματα τρώγοντας σε γραφικές ταβέρνες ώστε το βράδυ να πάνε στο Island να παρτάρουν με τα πλουσιόπαιδα της Αττικής. Τα ζευγαράκια κυκλοφορούν ξέγνοιαστα στις ακριβές μπουτίκ της Βουκουρεστίου ψάχνοντας το τέλειο δώρο πριν το πεντάστερο δείπνο τους (όπου μετά ο γαμπρός θα ζητήσει τη μέλλουσα νύφη του γιατί «εκείνη πάντα ήθελε να έρθει στην Αθήνα και είναι το τέλειο μέρος για να της κάνει πρόταση»). Αυτή η άγνοια κινδύνου που έχουν στο κέντρο αυτοί οι άνθρωποι, αυτό το high της παραλίας που τους περιλούζει ενώ πληρώσανε 12 ευρώ είσοδο στο Varkiza Resort, 30 ευρώ τη ξαπλώστρα και άλλα 10 το απλό τοστ ζαμπόν-τυρί…

Ενώ εγώ χαίρομαι μόνο και μόνο που έχω κάτι σαν νερωμένο Freddoccino στο σπίτι μου.

Leave a comment