Όχι με αυτοκτονικό τρόπο, πιο “χαλαρά”. Ακούγεται παράξενο και αρκετά μελό αλλά δεν συμβαίνει άσχημα. Ο θάνατος εμφανίζεται πριν κοιμηθώ σαν φόρμα αυτοαξιολόγησης: “Αν πεθαίνατε σήμερα, θα ήσασταν ευχαριστημένη με την ζωή που ζήσατε;” Γνωρίζοντας ότι δεν μπορώ να ελέγξω τα πάντα, συνήθως απαντάω “ναι”. Είμαι ευχαριστημένη όταν συνυπολογίσω τα μεταφορικά “χαρτιά” που έχω στα χέρια μου, περιμένοντας να παίξω τον επόμενο γύρω στο παιχνίδι της ζωής. Δεν ασχολούμαι πολύ με το να σκέφτομαι τι χαρτιά κρατάνε οι συμπαίκτες μου, δεν προσπαθώ να “κλέψω” στο παιχνίδι – απλά παίζω, τραβάω καινούργιο χαρτί και κάνω υπομονή.
Ο στόχος του παιχνιδιού εξάλλου δεν είναι να διεκδικήσεις κάποιο μονοπώλιο, να μαζέψεις πλούτο, ή να κατακτήσεις τον μικρόκοσμο σου. Αυτό είναι δουλεία, είναι ένα είδος αρρώστιας που όσο το κυνηγάς για να ανέβεις σκαλοπάτια, απομακρύνεσαι από την ψυχή που έχεις μέσα σου. Η ψυχή μας κάνει ανθρώπους. Η ψυχή εμένα μου δίνει θέληση να διεκδικήσω κι αλλο ελεύθερο χρόνο. Η ψυχή είναι κάτι πολύ προσωπικό στον καθένα από εμάς. Γι αυτό και δεν βρίσκω κανένα νόημα στη ζήλια, άσχετα ότι θα τη νιώσω κι εγώ συχνά-πυκνά (προφανώς, μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας).
Να σημειωθεί πως τ’ ότι σκέφτομαι τον θάνατο δεν σημαίνει πως σταμάτησα να ονειρεύομαι. Έχω όνειρα ακόμα πολλά, μικρά και μεγάλα. Πολλές από τις κινήσεις που κάνω στη ζωή μου — που σε οποιονδήποτε εξωτερικό παρατηρητή θα φαινόντουσαν χαοτικές — τις κάνω για να έρχομαι πιο κοντά σε αυτά τα όνειρα. Κάποιες πετυχαίνουν και με πάνε μπροστά, άλλες με στέλνουν πάλι πίσω. Όπως κι αν καταλήξω κάνω υπομονή, περιμένω να ξαναπαίξω στον επόμενο γύρω.
Γιατί τα γράφω εγώ όλα αυτά θα λες. Λογικό, δεν το συνηθίζω. Είδα ένα όνειρο τις προάλλες που είχα να το δω χρόνια, πολύ καλύτερο από τη πρώτη εκδοχή του. Ξημέρωσε μια ήσυχη Χριστουγεννιάτικη μέρα, έξω χιονίζει, ξύπνησα μέσα σ’ ένα σπίτι που δεν αναγνωρίζω. Πανέμορφο σπίτι — με χρωματιστούς πίνακες σε κάθε δωμάτιο, ζεστό αλλά όχι παλιομοδίτικο, άνετο αλλά όχι τόσο μεγάλο που να νιώθεις μοναξιά. Φοράω λευκή μεταξωτή πιτζάμα, μια μακριά παντελόνα με ασορτί μπλούζα. Δεν κρυώνω. Βάζω τις παντόφλες μου, ακολουθώ μια μυρωδιά καφέ φουντούκι… και μπαίνω σ’ ένα φωτεινό σαλόνι. Με καλημερίζει πρώτα ο γάτος μου και αμέσως μετά ο άνθρωπος μου, που μου προσφέρει τη μοσχοβολιστή κούπα καφέ και κουρνιάζουμε μαζί στον καναπέ.
Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο λάμπει απέναντι μας. Το τριγυρίζει το τρενάκι που φτιάχναμε για να το βαζουμε να κάνει κύκλους κάτω από το δέντρο όταν ήμουν παιδάκι. Κάτι παίζει στη τηλεόραση, δεν δίνουμε και πολύ σημασία. Παρακολουθούμε τον γάτο που αρχίζει να κυνηγάει το τρένο. Μιλάμε, γελάμε, ζούμε μια ήσυχη στιγμή οι δυο μας.
Αν υπάρχουν έστω κάποια λεπτά που πας στον παράδεισο πριν είσαι εγκεφαλικά νεκρός, φαντάζομαι κάπως έτσι θα είναι. Ήσυχα, χαρούμενα, το τρέξιμο πίσω από τον χρόνο σταματά. Επανασυνδέεσαι στην αγάπη μέσα σου. Μόνος, με κάποιον, με κάτι, κάπως ηρεμείς. Γιατί να περιμένει κανείς μέχρι τότε για να ηρεμήσει;
Πιστεύω πως εμφανίζεται ο θάνατος στο μυαλό μου για να μου θυμίσει τι έχει πραγματική αξία για εμένα.
Μπορεί να με κρατάει πίσω, μπορεί αν δεν είχα τέτοιες σκέψεις αυτή τη στιγμή να είχα πετύχει ήδη κάθε στόχο που έχω θέσει… μπορεί και όχι. Είμαι καλά με τις αποφάσεις που έχω πάρει. Σωστές, λάθος, απαράδεκτες και αξιοσέβαστες, όλες είχαν την επιρροή που έπρεπε πάνω μου. Μου δείχνουν καινούργιους τρόπους να παίξω τα χαρτιά μου χωρίς τύψεις ή πισωγυρίσματα. Αυτό είναι το καλό με τα λάθη, μαθαίνεις από αυτά και αν είσαι τυχερός σου εμφανίζεται η ευκαιρία μελλοντικά να πράξεις αλλιώς.
Πάντως αν θέλεις τη γνώμη μου, καλό θα ήταν να μην περιμένουμε τον θάνατο — δικό μας ή αλλωνών — για να ξαναβρούμε τι σημαίνει να ζούμε με αγάπη. Τι σημαίνει να μην κρεμόμαστε από το άγχος πως ότι και να κάνουμε δεν θα κερδίσουμε ποτέ το παιχνίδι της ζωής. Η πικρή αλήθεια είναι πως δεν θα βγούμε ποτέ κερδισμένοι, αντιθέτως: έχω μια θεωρία πως όσοι παίζουν για τη νίκη τους ρουφάνε τη ψυχή μέχρι να αδειάσουν, να γίνουν χάρτινα ανθρωπάκια, και να ανακυκλωθούν ωστέ να συνεχίσει το παιχνίδι.
Leave a comment